Σοφία Χρηστίδου: όταν η αριστεία ηττάται από τη « βαρβαρότητα» της γαλαρίας

Σοφία χρηστίδου, ετών 57. Καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας στο 3ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης, με σημαντική ακαδημαϊκή πορεία, μεταπτυχιακές, διδακτορικές σπουδές και σπουδαίο ερευνητικό έργο στη γλωσσολογική έρευνα και τη μεταφρασεολογία.
Μιλούσε επτά ξένες γλώσσες και όπως υποστηρίζουν φίλοι και συγγενείς είχε ήθος, αξιοπρέπεια και τεράστια ενσυναίσθηση. Καταγγέλλουν ότι δεχόταν φριχτό bulling από τους μαθητές της και αφήνουν αιχμές για τον ρόλο της διεύθυνσης ,που έκρινε ότι έπρεπε να περάσει από υγειονομική επιτροπή για πνευματική ανικανότητα.
Παραπομπή της καθηγήτριας σε Υγειονομική επιτροπή, με σκοπό να εκδοθεί πιστοποιητικό που μπορούσε να οδηγήσει σε απόλυση ή πρόωρη συνταξιοδότηση, εάν διαπιστωνόταν ότι η εκπαιδευτικός δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της τάξης.Πως απέφυγε την διαπόμπευση; Υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο την Κυριακή 1η Μαρτίου και στις 7 Μαρτίου έχασε την μάχη με την ζωή.
Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου μιλά για αδικαιολόγητη δημόσια στοχοποίηση ανήλικων μαθητών, των οικογενειών στους και των εκπαιδευτικών. Εξέδωσε ανακοίνωση, διαψεύδοντας ότι τα παιδιά ασκούσαν bullying στην καθηγήτρια και σκοπεύει να κινηθεί νομικά κατά όσων διαδίδουν τέτοιες πληροφορίες, υποστηρίζοντας ότι προσβάλλουν τους μαθητές.
Και τώρα τι;
Ποιος να εξηγήσει ότι οι επαναστατικές τάσεις της εφηβείας και η αλητεία δεν είναι το ίδιο πράγμα; Ποιος να κοιτάξει κατάματα την κοινωνία και τους γονείς που έχουν πάντα μια δικαιολογία για τις σοβαρές αντικοινωνικές πράξεις, τους βανδαλισμούς, τη βία, το bulling, ως «φάσεις» που θα περάσουν. Ποιος να μιλήσει και να κάνει κριτική σ΄ένα μοντέλο διαπαιδαγώγησης που στερείται ορίων, θεωρώντας ότι η απόλυτη ελευθερία είναι απαραίτητη για την έκφραση του εφήβου, όταν κανείς δεν καταλαβαίνει την διάκριση μεταξύ της ψυχολογικής ανάγκης του εφήβου για αυτονομία και της επικίνδυνης συμπεριφοράς που χρήζει παρέμβαση.
Η βία και η αμφισβήτηση προβάλλονται συχνά ως «μαγκιά» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.Οι εκπαιδευτικοί συχνά αισθάνονται αβοήθητοι, καθώς τα διαθέσιμα πειθαρχικά μέσα θεωρούνται από πολλούς ξεπερασμένα ή αναποτελεσματικά για τις σύγχρονες μορφές βίας. Συχνά υπάρχει άρνηση από την πλευρά των γονέων να αποδεχθούν το πρόβλημα ή τάση να μεταθέτουν την αποκλειστική ευθύνη στο σχολείο.
Η συζήτηση για την έλλειψη ριζικών λύσεων στην απαράδεκτη συμπεριφορά των μαθητών είναι πολυεπίπεδη, καθώς το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο σχολείο, αλλά αντανακλά βαθύτερες παθογένειες της κοινωνίας και του συστήματος. Έφηβοι που δοκιμάζουν διαρκώς τις αντοχές του συστήματος. Μαθητές που νιώθουν ότι μπορούν να αμφισβητούν τα πάντα, χωρίς όμως να έχουν το υπόβαθρο να το κάνουν δημιουργικά.
Γονείς που λόγω έλλειψης χρόνου ή ενοχών, γίνονται «δικηγόροι» των παιδιών τους αντί για παιδαγωγοί με αποτέλεσμα το παιδί να ξέρει ότι η οικογένεια θα το στηρίξει ό,τι κι αν κάνει, δίχως να φοβάται καμία συνέπεια στο σχολείο.
Μαθητές συνηθισμένοι σε γρήγορες εναλλαγές εικόνων (TikTok, Reels). Ξαφνικά η παράδοση στο σχολείο τους φαίνεται απελπιστικά αργή και ανιαρή, με αποτέλεσμα να ξεσπούν τη νευρικότητά τους στη γαλαρία ή στο κινητό κάτω από το θρανίο. Ο εκπαιδευτικός δεν θεωρείται πλέον η αδιαμφισβήτητη πηγή γνώσης, καθώς η πληροφορία είναι παντού προσβάσιμη. Η παραβατικότητα μέσα στην τάξη (ένα αστείο, μια προσβολή στον καθηγητή) βιντεοσκοπείται και γίνεται «content». Η αποδοχή από τους συμμαθητές (τα likes) μετράει περισσότερο από τον βαθμό ή τη διαγωγή.
Μαθητές που γνωρίζουν πολύ καλά τα δικαιώματά τους και τα όρια του νόμου. Ξέρουν ότι οι αποβολές συχνά λειτουργούν ως «διακοπές» και ότι το σχολείο δυσκολεύεται θεσμικά να επιβάλει πραγματικά αποτρεπτικές ποινές. Όταν η κοινωνία προβάλλει την επιθετικότητα και τον «τσαμπουκά» ως μέσα για να πετύχεις, είναι επόμενο ο έφηβος να μεταφέρει αυτή την κουλτούρα στο θρανίο.
Η πνευματική ή ψυχική κόπωση των εκπαιδευτικών (burnout) μπορεί να εκληφθεί ως «ανικανότητα». Όταν ένας καθηγητής καταρρέει υπό το βάρος του bullying ή της αδιαφορίας, χάνει τον έλεγχο, γεγονός που αποθρασύνει περαιτέρω τους μαθητές, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο παραβατικότητας.
Η Σοφία Χρηστίδου δεν ήταν απλώς ένα θύμα bullying· ήταν το «θύμα» ενός συστήματος που προτιμά να βγάλει έναν επιστήμονα «πνευματικά ανίκανο» παρά να συγκρουστεί με το τοξικό μοντέλο του «παιδιού-πελάτη» που αντιμετωπίζει το σχολείο όχι ως θεσμό αγωγής, αλλά ως επιχείρηση παροχής υπηρεσιών, στην οποία «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ένα σύστημα που τιμωρεί το θύμα για τα συμπτώματα που το ίδιο του προκάλεσε.
Το «παιχνίδι» στις σχολικές αίθουσες χάθηκε, γιατί ο σεβασμός των μαθητών προς τους καθηγητές απουσιάζει, γιατί έχει δημιουργηθεί μια αλυσίδα αρνητικών συνεπειών που επηρεάζει την ποιότητα της εκπαίδευσης, την ψυχολογία των εκπαιδευτικών και το μέλλον των ίδιων των παιδιών. Η κατάσταση αυτή παγιώθηκε, το σχολείο έπαψε να είναι χώρος παιδείας και δυστυχώς μετατράπηκε σε ένα πεδίο συγκρούσεων, όπου η γνώση έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: «Όταν το σχολείο παύει να είναι χώρος σεβασμού και γίνεται αρένα επιβίωσης του ισχυρότερου, τι πολίτες ετοιμάζουμε;»



